“Μαύρα τσεμπέρια και τοξική αρρενωπότητα”

Ομιλία του Βασίλη Δραμουντάνη, στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Χαϊμαλίνα.

Βίντεο : https://www.youtube.com/watch?v=EkQf-TZycmE

10/08/2019

 «Μαύρα τσεμπέρια και τοξική αρρενωπότητα»

Ίσως η πιο ανεξίτηλη, σκοτεινή εικόνα των παιδικών μας ονείρων, είναι τα μαύρα τσεμπέρια.

Αυτά τα  μαύρα τσεμπέρια, είναι η ύλη που μας κρατά δεμένους με τη μνήμη της καταστροφής.

Μιας καταστροφής που καθόρισε και συνεχίζει να καθορίζει τα βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητάς μας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον τελευταίο χαλασμό του 1944. 

Μεταπολεμικά Ανώγεια…

Γεμάτοι πείσμα οι Ανωγειανοί, ξαναχτίζουν τις χαλασμένες πέτρες των σπιτιών τους και αρχίζουν να γεννούν και να αναθρέφουν τη μετακατοχική τους γενιά.

Ο Μιχαήλ Σταυρακάκης, κλείνει μια πραγματική Οδύσσεια επιβίωσης, όπως ο ίδιος την κατέγραψε, αφήνοντάς μας άφωνους και συγκινημένους στην ανάγνωση της αυτοβιογραφίας του. Επενδύει όλον του τον κόπο και την αγάπη για τα Ανώγεια στη γνώση. Χτίζει στα ερείπια του πολέμου το σχολείο, που έμελε όπως ήταν φυσικό να στείλει το χωριό και όλη την περιοχή, σε τροχιά προς τον ουρανό και τον ήλιο.


Πριν απ` αυτό, την επανεκκίνηση της ζωής είχαν αναλάβει τα μαύρα τσεμπέρια. Αυτές οι ανίκητες και άσπαστες σιδερόπετρες. Οι Ανωγειανές γυναίκες.

Οι γυναίκες και οι μουσικές τους. Οι μουσικές της καθημερινότητάς τους:

Στο αξημέρωτο πότισμα των περβολιών, στα παζάρια με τους πλανόδιους εμπόρους, στο συριγμό του μαλλιού στη ρόκα και στην ανέμη, στα πέταλα των αργαλειών με τις ξύλινες σαΐτες να εξακοντίζουν χιλιάδων χρόνων μινωϊκά νήματα και σχέδια στα χαλιά τους για τα ζεστά, χρωματιστά, πρωινά πατήματα, στις ζωηρές φωνές της μεσημβρινής μαγειρικής έξαψης, στο χαμηλόφωνο εσπερινό μνημόσυνο της μέρας στο ακριανό παγκάκι της πλατείας. Κι εκείνη η τελική σφραγίδα τους, το πικρό τραγούδι τους στο θάνατο του αντρός, του γιου, του πατέρα, του αδερφού, που κανείς δεν αντέχει να ακούει. Κανείς δεν το αντέχει, μα όλοι τρέχουν να το ακούσουν για να συμμετέχουν στην αμαρτωλή ηδονή του πένθους κλαίγοντας για το νεκρό, μα και για τις κρυφές, αμίλητες πληγές τους.

Αυτό το τραγούδι τους λοιπόν, το μοιρολόγι, που και εδώ και παντού όπου υπήρξε, προηγήθηκε κάθε άλλου τραγουδιού, ζήλεψαν κάποτε οι άντρες κι έκαναν το δικό τους, δημιουργώντας τη μετέπειτα περίφημη μουσική σχολή και παράδοση και ακόμα πιο μετά, το πολιτιστικό ύφος και ήθος που ανέδειξαν οι Κλάδος και Χατζιδάκις στα μέσα του ΄70:

Μουσικές της νύχτας, του σκότους τραγουδιστές, αόρατοι και ασώματοι ερωτευμένοι, της μιας βραδιάς τεχνίτες της φωνής του πάθους και του πόθου, έγιναν οι δάσκαλοι και καθοδηγητές των νεότερων στην ερωτική προσέγγιση και μάχη. Έτσι μάθαμε όλοι. Τους παρατηρούσαμε και μαθαίναμε, από την απόσταση των ανοιχτών παραθύρων και των καλοκαιρινών αξημέρωτων καντάδων.

Αμέσως μετά τον πόλεμο, με αυτούς τους άντρες και αυτές τις γυναίκες, μια έκρηξη αισιοδοξίας και υπεροχής πλημυρίζει το χωριό. Η αντιστασιακή φύση των ανθρώπων, μεταποιείται σε δημιουργία. Τα Ανώγεια μεταλλάσσονται σε έναν τόπο με βασικά συστατικά της κοινωνικής συνοχής, τον σκληρό κόπο, τον καλοπροαίρετο σαρκασμό, τον ανηλεή αυτοσαρκασμό και το λυτρωτικό τραγούδι.


Οι άντρες, μοιάζουν σιδερένιοι κι απρόσιτοι. Δεν είναι…

Περπατούν αργά και αστεία με όλο το σώμα τους να κινείται σαν βάρκα εδώ κι εκεί. Ίσως κληρονομιά των διαδρομών πάνω στις ακανόνιστες και ασταθείς πέτρες του αοριού. Ίσως από μια στρεβλή αντίληψη για το βάδισμα του αρσενικού.

Μιλούν λίγο. Ίσως συνήθεια της εκπαίδευσης, κατά τις ατελείωτες ώρες της συναναστροφής τους με το βουνό, τη φύση και τη σιωπή των προβάτων και τα καλοκαίρια ιδιαίτερα στοχαστικοί τις μέρες, καθώς προσπαθούν να λύσουν το γρίφο της ομοιοκαταληξίας για την τρέχουσα σκέψη που προσπαθούν να σχηματίσουν τη μαντινάδα που θα τραγουδηθεί μετά τα μεσάνυχτα.

Η εικόνα της κοινωνίας μοιάζει να είναι πατριαρχική, με τους άντρες να δείχνουν να απολαμβάνουν χαρτοπαιχτική αμεριμνησία στα καφενεία.
Η αλήθεια είναι άλλη. Αυτές που κυβερνούν, είναι οι γυναίκες. Και η κυριαρχία τους ξεκινά πολύ πριν το γάμο και τις γέννες. Η κυριαρχία τους ξεκινά με το που γίνονται πόθος. Γιατί οι άντρες, έχουν ήδη μάθει, πως για να κερδίσουν μια αγάπη, πρέπει να γίνουν ποιητές, τραγουδιστές και χορευτές, αφού οι γυναίκες εδώ, επιλέγουν ταίρι επιβραβεύοντας τον καλό τραγουδιστή, όχι τον ευκατάστατο.Τον παθιασμένο. Όχι τον όμορφο.


Και γεννήθηκε η μετακατοχική γενιά των μανάδων και πατεράδων μας, που άρχισε να μάχεται, να τραγουδά και τώρα πια και να μαθαίνει γράμματα στο Γυμνάσιο του Σταυρακάκη.


Και γεννηθήκαμε εμείς και τα αδέρφια μας και μάθαμε να χορεύουμε, να τραγουδούμε, να παίζουμε όργανα, για έναν και μόνο λόγο κατά τα φαινόμενα: για να μπορούμε να γοητεύσουμε και να αγαπηθούμε.

Μεγαλώσαμε σε μια κοινωνία, που διάλεξε να μας δείξει έναν παράδοξο αλλά σωστό δρόμο: Αν θες να ξεχωρίσεις μας δίδαξε, πρέπει να είσαι φρόνιμος, να έχεις γνώση και να ΄σαι ποιητής. Και μάλλον την ακούσαμε. Γιατί πως αλλιώς να εξηγηθεί το ανεξήγητο φαινόμενο της καλλιτεχνικής ταυτότητας που όλοι ανεξαιρέτως, σε κάποιο αντικείμενο διαθέτουν;   

Αυτό κάποτε άρχισε να τελειώνει. Ίσως όχι να τελειώνει. Να απομειώνεται και να αλλάζει όμως σίγουρα. Μακρού χρόνου η νύστα της οικονομικής ψευτοευημερίας, μετά η κρίση και τώρα αργά ξανά μια εύθραυστη ισορροπία. Μια ακολουθία ιστορικών γεγονότων και ψεύτικων δυνατοτήτων, είναι το μείγμα που πάει να δημιουργήσει την καινούργια ταυτότητά μας, αλλοιώνοντας σιγά – σιγά τον πυρήνα της ουσίας μας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το πόλεμο από τα μαύρα τσεμπέρια και σε έναν μικρότερο βαθμό, από τους μαύρους μαντιλέδες.

Ίσως να σκέφτεστε ότι έχω κάποια εμμονή με τα μαύρα τσεμπέρια. Έχω! Για μένα είναι ένα αξεπέραστο συναισθηματικά αλλά και χρήσιμο σύμβολο που χάνεται. Κάθε μαντήλι που χάνεται, κάθε παλιός που φεύγει, προσθέτει ένα μικρό κενό στο συλλογικό δακτυλικό μας αποτύπωμα, ένα κενό στη συλλογική μνήμη της καταστροφής και της αναγέννησης. Δε λέω ότι προϋπόθεση της ταυτότητάς μας είναι να βάλουμε στα κεφάλια μας τα μαντήλια των παππούδων μας. Αυτό θα ήταν ψεύτικο και γραφικό. Τα μαντήλια όμως αυτά, όσο θα υπάρχουν, θα κρατούν ζωντανό το πένθος που υπήρξε καθοριστικό για την παγίωση της αντιστασιακής νοοτροπίας και της αποστροφής από κάθε τι φασιστικό.

Γι’ αυτό και όταν πριν λίγα χρόνια εμφανίστηκαν στα ψηφοδέλτια των εκλογών τα φασιστικά σύμβολα της Χρυσής Αυγής, δεν τα είδαμε στις κάλπες μας και αυτό είναι κάτι πραγματικά μεγάλο!

Μεταμφιεσμένα όμως και αόρατα, αυτά τα σύμβολα, τρυπώνουν από τις σχισμές της λήθης, από τα κενά στις καμπύλες των δακτυλικών αποτυπωμάτων μας, βρίσκουν τον τρόπο να ζουν και να βασιλεύουν σχεδόν παντού δυστυχώς. Αναφέρω επιγραμματικά τους τόπους όπου αυτά τα σύμβολα ζουν εκκολάπτοντας φίδια.

 Ζουν στα αχρείαστα μαχαίρια, στα σκοτεινά τζάμια, στην οδηγική παραφροσύνη, στον τσαμπουκά της μέγιστης ιπποδύναμης,στις πρόστυχες αρπαγές, στα απασφαλισμένα εννιάρια, στις παντός είδους φραγές και καταπατήσεις, στις ξέχειλες κούπες του αλκοόλ, στις προεκλογικές πρακτικές, στον εγωκεντρισμό της οικογενειοκρατίας, στη λόρδωση των «καλόσειρων», στην κύφωση των «κακόσειρων», στην ψευδεπίγραφη τοπική ανωτερότητα.

Στην άγνοια του μεγέθους του κόσμου και της γνώσης, ως αποτέλεσμα της απαξίωσης του σχολείου που κάποτε τα άλλαξε όλα.

Όλα αυτά μαζί έχοντας δημιουργήσει έναν σκοτεινό, τοξικό και φασιστικό χαρακτήρα, καταλήγουν και συμπυκνώνουν στη συμπεριφορά τους την περιφρόνηση και την καταπίεση, τη βία δηλαδή κατά της γυναίκας, που στέκεται αμήχανη και παγωμένη να απορεί παρατηρώντας τους νέους πατριάρχες να ασχημονούν μιλώντας μια γλώσσα άγνωστη και βρώμικη. Τους παρατηρεί να λοιδορούν τους τίμιους και εργατικούς και να κομπάζουν για την πατέντα του πλουτισμού διά της απραξίας με τη συμπαράσταση φυσικά μιας άλλης τοξικότητας που λέγεται οργανωμένο κράτος.

Μιλώ για τις παράτυπες επιδοτήσεις ζεστού χρήματος σε μη δικαιούχους, τάχα μου νέους αγρότες. Γιατί τα αδούλευτα λεφτά, το μόνο που προσφέρουν τελικά, είναι ανώφελη κατανάλωση και το μόνο που παράγουν είναι παρασιτικούς ανθρώπους χωρίς κανένα μέλλον. Ένα τοξικό μείγμα για το σήμερα και το αύριο με σίγουρο αποτέλεσμα την απόλυτη αλλοίωση της ταυτότητάς μας.

Οι λίγοι θέλω να πιστεύω και οι αδύναμοι που θα βρεθούν περιπλεγμένοι σε αυτό το σκοτεινό δάσος της ψεύτικης υπεροχής, είναι βέβαιο ότι θα γίνουν τοξικοί, όπως τα μανιτάρια που τα τρως και πεθαίνεις.

Αυτούς τους λίγους, που έχουν κάνει Θεό τους την αποφορά του συστήματος μίμησης, την ευκολία και κατανάλωση, την πάση θυσία αλλαγή της ταυτότητάς τους, την έξαψη και αδρεναλίνη  του εγκλήματος και το μίσος απέναντι σε ότι περικλείει αγάπη και αληθινό έρωτα, τους θέλουμε πίσω. Δεν τους χαρίζουμε. Είναι φίλοι και συγγενείς. Θυμίζοντάς τους πως η βαθιά ρίζα τους είναι τα μαύρα τσεμπέρια, και ότι σε αυτά οφείλουν την ύπαρξη και την καταγωγή που τους κάνει τόσο περήφανους, θα έπρεπε κάποτε, επίσημα και επιθετικά να τους έχουμε ενημερώσει ότι:

Αν πρέπει οπωσδήποτε να βρουν και να  προσκυνήσουν  το Θεό και το Σύμπαν, ας μην ψάχνουν ούτε στα μαχαίρια, ούτε στον εγωκεντρισμό του φαλλού τους, ούτε στα μολύβια που έχουν οι σφαίρες και η ψευτιά τους, ούτε στο μίσος που νιώθουν για όσους αγαπούν τη ζωή και χαμογελούν.

Θα τους λέγαμε να ξαπλώσουν για λίγο σιωπηλά και να προσευχηθούν στο μαξιλάρι της κοιλιάς του ανθρώπου που τους ανέχεται ή να θυμηθούν τότε που έκαναν αυτήν την προσευχή πάνω και μέσα στην κοιλιά της μάνας τους.

Αν κάτι δεν αλλάξει και τότε, θα βρουν απέναντί σας κάποιους άλλους νέους που δεν έχουν μαχαίρια.

Είναι πιο πολλοί, είναι πιο δυνατοί.

Είναι οι τραγουδιστές των νεκρών μας ενώ εκείνοι δες είναι παρά η παράφωνη ντροπή τους.

Η έμφυλη βία, δεν είναι μόνο το μαχαίρι που καρφώνεται σε γυναικείο στήθος. Ούτε μόνο η γροθιά που ισοπεδώνει έναν ομοφυλόφιλο. Είναι κάθε τοξική συμπεριφορά που τους φοβίζει και αναγκαστικά τους περιορίζει σε ρόλους κατώτερους, τους προσβάλει, καθορίζει τις επιλογές τους, καταπατεί και κουρελιάζει τα όνειρα και τους σχεδιασμούς τους και τελικά εξαερώνει ανίερα τις επιθυμίες και τις αγάπες τους, αφήνοντάς τους άδειους, στεγνούς και μόνους, στο περιβάλλον της πιο άγριας πατριαρχίας.

Τα μετακατοχικά Ανώγεια είχαν αποκλείσει από την κοινωνία τους το φασισμό και τις συμπεριφορές του, επειδή στέκονται απέναντι στη ζωή και στο θάνατο, με ποιητική ελευθερία και τα δυο φύλα μοιράστηκαν:

Οι άντρες τραγούδησαν τη ζωή και οι γυναίκες μοιρολόγησαν το θάνατο.

Όπως ίσως συμβαίνει πάντα και παντού. Οι άντρες τα εύκολα, οι γυναίκες τα δύσκολα! Και οι δυο μαζί όμως ξαναέχτισαν το χωριό.

Ένα τέτοιο ζευγάρι, είναι από τον φασισμό ανίκητο γιατί δεν αφήνει, σε ολόκληρο στο φάσμα της ύπαρξης, κανένα κενό. Ένα τέτοιο ζευγάρι ξέρει και να ζει και να πεθαίνει. Δηλαδή δεν φοβάται. Και ότι δεν φοβάται τον φασισμό, ακαριαία τον νικά.

Καταλήγω  λοιπόν σε ένα λογικό νομίζω συμπέρασμα:

Ο φασισμός και η τοξική αρρενωπότητα είναι η κορώνα και τα γράμματα του ίδιου κέρματος.

Σαν σύνθημα το ακούω και το λέω: Οι φασίστες και οι τοξικοί άντρες, μισούν και κυνηγούν τον έρωτα γιατί δεν μπορούν ούτε να τον νιώσουν ούτε να τον νικήσουν.

Μισούν κα ασκούν κάθε είδους βία στις γυναίκες και στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα γιατί μέσα τους αισθάνονται ασήμαντοι και λίγοι.

Όπως είπα και νωρίτερα, είναι πράγματι σπουδαία η κάλπη που δεν δίνει ούτε ένα «ναι» στους φασίστες.
Σπουδαιότερη όμως είναι η κοινωνία που λειτουργεί αμείλικτα και απομονώνει τις χυδαίες και τοξικές συμπεριφορές.

Απέναντι στην οικτρή θέλω να πιστεύω μειοψηφία και την ασχήμια της τοξικής αρρενωπότητας, βάζω να σταθεί η ανάμνηση ενός  βαρσάμου και βασιλικού για να καθαρίσει ο αέρας.

Ένας αξέχαστος και πεντακάθαρος. Με τον πιο εμφατικό τρόπο, σήμερα μπορεί αν και δε ζει, να παίρνει θέση και να είναι παρόν σε ότι συμβαίνει, αφού είχε τον καημό να μιλήσει και να γράψει απλά, ελεύθερα και ποιητικά όσο ζούσε, για τον έρωτα, τη φύση, την αδικία, τον αδύναμο άνθρωπο και ξεχωριστά με έναν μοναδικό τρόπο για τη γυναίκα.

Άλλος ένας  Μιχάλης Σταυρακάκης. Ο Νιδιώτης και διεθνιστής Ανωγειανός, που όταν αποφάσισε να ανοίξει διάλογο με τους ανθρώπους του κόσμου, δε διάλεξε να μιλήσει σε άντρα, όπως ίσως θα του επέβαλε η εκπαίδευσή του από τα πατριαρχικά στερεότυπα.

Διάλεξε να μιλήσει σε γυναίκα.

Δε διάλεξε μια λευκή.

Διάλεξε μια μαύρη.

Δε διάλεξε να μιλήσει σε μια Ελληνίδα.

Διάλεξε να μιλήσει σε μια Αφρικάνα.

Ο κυρίαρχος επαναστατικός και αντιρατσιστικός του λόγος, βρήκε με ευγενή και διακριτικό τρόπο να δώσει χώρο σε ένα Πλατωνικό και παγκόσμιο ερωτικό μήνυμα:

Κοίταξε τη Χαϊμαλίνα συγκινημένος ίσια στα κατάμαυρα μάτια της, την έπιασε από το χέρι και την έφερε στη Νίδα, για να την ξεδιψάσει στη δροσερή βρύση του Χριστού, να την κοιμίσει στο ιερό της Σπηλιάρας του Δία και μαζί να γεμίσουν τον ουρανό και τον κόσμο, αστέρια κι αδέρφια.

Όπως ακριβώς το είχε ονειρευτεί σε έναν από τους καλοκαιρινούς, έναστρους στοχασμούς του:

«Ήθελα να κάμω

πολλά παιδιά

τόσα πολλά σαν τ΄ άστρα 

να γεμίσω τον κόσμο αδέρφια».

    Βασίλης Ν. Δραμουντάνης για τη ΄΄Χαϊμαλίνα 2019΄΄

«Γράμμα σε μια Αφρικάνα»

Κομβικό σημείο για την πραγματοποίηση αυτού του φεστιβάλ αποτέλεσε το ποίημα του Μιχάλη Σταυρακάκη ή Νιδιώτη, «Γράμμα σε μια Αφρικάνα », δημοσιευμένο το 1978.

Ένα ποίημα εμπνευσμένο από τη φρίκη που προκάλεσε το Απαρτχάιντ στη Νότιο  Αφρική συνθέτει με λόγια απλά έναν ύμνο ενάντια στο ρατσισμό και τον φόβο, μια ωδή στην αλληλεγγύη και την αγάπη. Μας έδωσε την έμπνευση, το κίνητρο και την ψυχική δύναμη που χρειαζόμασταν για να φέρουμε εις πέρας κάτι που δεν είχαμε ξανακάνει, ενώ ταυτόχρονα μας δημιούργησε  μια μεγάλη ευθύνη απέναντι σε αυτόν  και στο όραμα του για έναν κόσμο δίκαιο, λέφτερο και αδερφωμένο.

Ο τίτλος λοιπόν του Φεστιβάλ μας, είναι εμπνευσμένος από το παρακάτω ποίημα.

19489355_10211905618347356_2050857147_n

«Γράμμα σε μια Αφρικάνα »

Τώρα που σου γράφω, Χαϊμαλίνα,
Από το πιο ψηλό βουνό της Κρήτης,
ροβολώ τα πρόβατα μου
στον ίσκιο ενός ασφένταμου.
Έχω πρόβατα λευκά
σαν το λευκό μου χρώμα.
Έχω πρόβατα μαύρα,
Σαν το δικό σου χρώμα, Χαϊμαλίνα.
Το αίμα τους είναι ίδιο, κόκκινο,
Σαν το δικό μας αίμα, Χαϊμαλίνα.
Ρωτάω τα πρόβατα μου
Πως μοιράζονται στα ίσα
Τον ίσκιο του ασφένταμου
Κι έχουν, λευκά και μαύρα,
Τα ίδια δικαιώματα
Ενώ οι άνθρωποι σκοτώνονται
Μοιράζοντας μια πήχυ γης.
Αρμέγω τα πρόβατα μου
Και φτιάχνω το γάλα τους τυρί.
Μια φορά το χρόνο,
κουρεύω τα πρόβατα μου,
κι η γυναίκα μου στο τελάρο ολημερίς
φτιάχνει ρούχα μαύρα και λευκά.
Εσύ, Χαϊμαλίνα,
Δεν γνωρίζεις εμάς τους λευκούς,
Που φτιάχνουμε το τυρί,
Τις γυναίκες μας,
Που φτιάχνουν τα ρούχα στο τελάρο.
Εσύ γνωρίζεις τους άγριους λευκούς,
Που ήρθαν στην πατρίδα σου,
Και σκοτώνουν τα αδέρφια σου.
Αυτοί που κλέβουν το βιο σου, Χαϊμαλίνα,
Κλέβουν και το δικό μου τυρί.
Τώρα που σου γράφω, Χαϊμαλίνα,
Από το πιο ψηλό βουνό της Κρήτης,
ροβολώ τα πρόβατα μου.»

Η έναρξη των συναυλιών του φεστιβάλ έγινε με την «Χαίμαλίνα» στις 10 Αυγούστου του 2017 . Είχαμε την τιμή στην σκηνή να υποδεχθούμε για την εκτέλεση του τραγουδιού την εγγονή του Νιδιώτη, Μαρία Σταυρακάκη στο τραγούδι, τον γιο του Γιώργη Σταυρακάκη (Νιδιώτη) στο λαούτο και τον Γιώργη Μανωλάκη στο λαούτο.
Τους ευχαριστούμε απο καρδιάς.

Βίντεο- Τραγουδι με την εκτέλεση του ποιήματος :

Χαϊμαλίνα- Μαρία Σταυρακάκη,Γιώργος Σταυρακάκης(Νιδιώτης),Γιώργης Μανωλάκης @Φεστιβάλ Χαϊμαλίνα